διάβημα

διάβημα
τό
1) дип демарш;

διπλωματικό διάβημα — дипломатический шаг;

2) перен. шаг, поступок, действие;

απονενοημένον διάβημα — безумный шаг, отчаянный поступок, самоубийство


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Смотреть что такое "διάβημα" в других словарях:

  • διάβημα — το (AM διάβημα) προσπάθεια, αποφασιστική ενέργεια για την επίτευξη ενός σκοπού νεοελλ. «απονενοημένο διάβημα» πράξη παράλογη που φέρει τον χαρακτήρα τής απελπισίας, ιδιαίτερα η αυτοκτονία αρχ. μσν. βήμα («κατεύθυνον, Κύριε, τὰ διαβήματα ἡμῶν, τὰς …   Dictionary of Greek

  • διάβημα — το ενέργεια που απευθύνεται σε αρχές, αφορά κρίσιμα ή ζωτικά ζητήματα και έχει ιδιαίτερα σπουδαίο και αποφασιστικό χαρακτήρα: Τα εργατικά σωματεία απέδωσαν διάβημα στην κυβέρνηση, σχετικό με τα αιτήματά τους …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • διαβημάτων — διάβημα a step across neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαβήμασι — διάβημα a step across neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαβήμασιν — διάβημα a step across neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαβήματα — διάβημα a step across neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαβήματι — διάβημα a step across neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • стопа — I стопа I: стопа ноги; наложенные друг на друга листы бумаги и под. ; укр. стопа – то же, др. русск. стопа, ст. слав. стопа διάβημα (Еuсh. Sin., Рs. Sin.), сербохорв. сто̀па ступня , словен. stopa шаг, след ноги , чеш., слвц., польск., в. луж., н …   Этимологический словарь русского языка Макса Фасмера

  • стопа — @font face {font family: ChurchArial ; src: url( /fonts/ARIAL Church 02.ttf );} span {font size:17px;font weight:normal !important; font family: ChurchArial ,Arial,Serif;}  сущ. (греч. ἴχνος) ступня ноги; след; (κρηπτίς) сапог; (σφυρόν)… …   Словарь церковнославянского языка

  • έντονος — η, ο (AM ἔντονος, ον) εκείνος που έχει ένταση, σφοδρός («έντονες αντιδράσεις», «έντονο διάβημα») 2. αυτός που προκαλεί ζωηρά αισθήματα («έντονα χρώματα», «έντονος πόνος») αρχ. 1. τεντωμένος 2. (για πρόσ.) ρωμαλέος, νευρώδης 3. ικανός («ἔντονος… …   Dictionary of Greek

  • βήμα — το (AM βῆμα, Μ και βῆμαν, Α και βᾱμα, δωρ. τ.) 1. η κάθε κίνηση του ποδιού ενός που βαδίζει 2. περπάτημα, περπατησιά, τρόπος βαδίσματος 3. «το Άγιο Βήμα» το εσώτατο μέρος του χριστιανικού ναού, στο οποίο βρίσκεται η Αγία Τράπεζα 4. το βάθρο από… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»